Χρηματοοικονομική στρατηγική
Στρατηγική χρηματοδότησης
Η στρατηγική χρηματοδότησης τοu Ομίλου στις Αγορές Χρήματος και Κεφαλαίου βασίζεται στις ακόλουθες αρχές:
• χρηματοδότηση μέσω της Ολλανδικής θυγατρικής εταιρείας Coca-Cola HBC Finance BV, με εξαίρεση την περίπτωση των θυγατρικών εταιρειών κοινού ελέγχου, ή των χωρών όπου εφαρμόζονται ορισμένοι νομικοί ή φορολογικοί περιορισμοί ή πλεονεκτήματα, όπου μπορεί να εξεταστεί η χρηματοδότηση σε χαμηλότερα επίπεδα στην οργάνωση
• διατήρηση της παρουσίας μας και του προφίλ μας στις διεθνείς Αγορές Χρήματος και Κεφαλαίου και -όπου είναι εφικτό- την διεύρυνση της βάσης επενδυτών μας
• επικέντρωση σε συγκεκριμένα τμήματα επενδυτών μέσω της διαφοροποίησης της διάρκειας και του νομίσματος, αν και το ευρώ είναι το σημαντικότερο νόμισμα χρηματοδότησης του Ομίλου
• διατήρηση ενός καλά ισορροπημένου προφίλ αποπληρωμών, και
• χρησιμοποίηση του Ευρωπαϊκό Προγράμματος Eκδοσης Μεσοπρόθεσμων Ομολόγων (European Medium Term Note program- ΕΜΤΝ) και του Παγκόσμιου Προγράμματος άντλησης κεφαλαίων για την έκδοση εμπορικών και χρεωστικών τίτλων (Global Commercial Paper program) ως την βασική πηγή χρηματοδότησης.
Πολιτική διαχείρισης χρηματοοικονομικού κινδύνου
Ο Όμιλος εκτίθεται –δεδομένων των δραστηριοτήτων του- σε ποικίλους χρηματοοικονομικούς κινδύνους συμπεριλαμβανομένου του συναλλαγματικού κινδύνου, του επιτοκιακού, του πιστωτικού και του κινδύνου ρευστότητας. Η συνολική πολιτική διαχείρισης των κινδύνων εστιάζει στη μη προβλεψιμότητα των χρηματοοικονομικών αγορών και επιδιώκει την ελαχιστοποίηση των πιθανών δυσμενών συνεπειών στην οικονομική απόδοση του Ομίλου. Ο Όμιλος χρησιμοποιεί χρηματοοκονομικά μέσα όπως συμβάσεις ανταλλαγής νομισμάτων, συμβάσεις ανταλλαγής επιτοκίων και παραγώγων επί συναλλάγματος και δικαιώματα ανταλλαγής επιτοκίων και νομισμάτων. Η χρήση όμως αυτών λαμβάνεται αποκλειστικά με σκοπό την αντιστάθμιση του νομισματικού κινδύνου και επιτοκιακού κινδύνου. Κανένα από αυτά τα χρηματοοικονομικά μέσα δεν είναι υποβοηθητικό της απόδοσης ή χρησιμοποιείται για λόγους εμπορικών συναλλαγών ή για λήψη κερδοσκοπικών θέσεων.
Συναλλαγματικός κίνδυνος
Ο Όμιλος εκτίθεται σε κίνδυνο από τις διακυμάνσεις συναλλαγματικών ισοτιμιιών. Ο συναλλαγματικός κίνδυνος προκύπτει από τις δυσμενείς αλλαγές στις συναλλαγματικές ισοτιμίες μεταξύ ευρώ, Δολάριο ΗΠΑ και των λειτουργικών νομισμάτων των αλλοδαπών θυγατρικών μας που δεν ανήκουν στην Ευρωζώνη. Ο συναλλακτικός κίνδυνος προέρχεται κυρίως από συναλλαγές για τις αγορές πρώτων υλών σε νομίσματα όπως το Δολάριο ΗΠΑ ή το ευρώ που μπορούν να οδηγήσουν σε υψηλότερο κόστος πωλήσεων στο λειτουργικό νόμισμα της αλλοδαπής θυγατρικής μας. Ο κίνδυνος μετατροπής προκύπτει γιατί πολλές από τις αλλοδαπές θυγατρικές εταιρείες του Ομίλου έχουν λειτουργικά νομίσματα εκτός ευρώ και οποιαδήποτε αλλαγή στην ισοτιμία του ευρώ έναντι του λειτουργικού νομίσματος της θυγατρικής εταιρείας έχει αντίκτυπο στην ενοποιημένη κατάσταση αποτελεσμάτων χρήσης και τον ενοποιημένο ισολογισμό, δεδομένου ότι τα αποτελέσματά τους μετατρέπονται σε ευρώ.
Η πολιτική διαχείρισης κινδύνου του τμήματος διαχείρισης διαθεσίμων και χρηματοοικονομικών κινδύνων του Ομίλου είναι να αντισταθμίζει κατ’ ελάχιστο 25% έως μέγιστο 80% τις αναμενόμενες χρηματικές ροές των σημαντικών συναλλαγών σε ξένο νόμισμα μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες. Η αντιστάθμιση κινδύνου πέραν των δώδεκα μηνών μπορεί να εφαρμοστεί, με την προϋπόθεση όμως ανώτατου ποσοστού κάλυψης και υπό τον όρο ότι οι προβλεπόμενες συναλλαγές είναι ιδιαίτερα πιθανές. Προκειμένου να μειώσουμε την έκθεσή μας σε συναλλαγματικές διακυμάνσεις, χρησιμοποιούμε παράγωγα χρηματοοικονομικά μέσα, όπου είναι εφικτό. Τα χρηματοοινομικά μέσα έχουν συνήθως ημερομηνία λήξης έως ένα έτος.
Κίνδυνος διακύμανσης επιτοκίων
Ο Όμιλος εκτίθεται σε κίνδυνο που προκύπτει από τα μεταβαλλόμενα επιτόκια, πρώτιστα στη ζώνη του ευρώ. Αξιολογούμε περιοδικά τον επιθυμητό συνδυασμό των υποχρεώσεων σε σταθερό και κυμαινόμενο επιτόκιο και τροποποιούμε τις πληρωμές των τόκων βάσει του επιθυμητού συνδυασμού χρέους. Διαχειριζόμαστε τα έξοδα τόκων χρησιμοποιώντας έναν συνδυασμό δανείων κυμαινόμενου και σταθερού επιτοκίου, συμφωνίες ανταλλαγής επιτοκίων και εγγυήσεις ανωτάτων ορίων επιτοκίων. Παρόλο που δεν έχει τεθεί στόχος για τον επιθυμητό συνδυασμό ή αναλογία των υποχρεώσεων με σταθερό επιτόκιο έναντι των υποχρεώσεων με κυμαινόμενο επιτόκιο, ιστορικά έχουμε εκτεθεί περισσότερο σε κυμαινόμενα επιτόκια δεδομένου ότι αυτό έχει τείνει να ενεργήσει ως φυσική αντιστάθμιση του συνολικού επιχειρησιακού κινδύνου.
Πιστωτικός κίνδυνος
Ο πιστωτικός κίνδυνος ελέγχεται από μια περιοριστική πολιτική ως προς την επιλογή των πιθανών αντισυμβαλλόμενων μερών επί πράξεων παραγώγων και ταμειακών συναλλαγών. Η πιστωτική μας πολιτική ρυθμίζεται από την καθιέρωση εγκεριμένων ορίων για τους αντισυμβαλλόμενους και τις αλλοδαπές θυγατρικές εταιρείες μας, περιορίζοντας την έκθεση σε πιστωτικό κίνδυνο από μεμονωμένο αντισυμβαλλόμενο/θυγατρική εταιρεία. Τα όρια αναθεωρούνται και ελέγχονται σε τακτική βάση.
Κίνδυνος ρευστότητας
Η γενική πολιτική μας είναι να διατηρήσουμε επαρκή αποθεματικά σε μετρητά στον ισολογισμό μας διατηρώντας ταυτόχρονα την ισορροπία των διαθεσίμων υπό μορφή μη χρησιμοποιούμενων εγγυημένων ορίων χρηματοδότησης, ώστε να εξασφαλίσουμε οικονομικώς αποδοτική πρόσβαση σε ικανοποιητικούς οικονομικούς πόρους για να καλύψουμε τις ανάγκες χρηματοδότησής μας. Οι ανάγκες αυτές περιλαμβάνουν την καθημερινή χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων μας και των κεφαλαιουχικών δαπανών μας. Προκειμένου να διασκεδαστούν οι πιθανότητες περιορισμού της ρευστότητας, προσπαθούμε να διατηρήσουμε ένα ελάχιστο ύψος διαθεσίμων €250,0 εκατομμυρίων. Το ελάχιστο ύψος διαθεσίμων αναφέρεται στη δεσμευμένη διαθέσιμη χρηματοδότηση, αφότου ληφθούν υπόψη οι ταμειακές ροές των λειτουργικών δραστηριοτήτων, τα μερίσματα, οι δαπάνες για τόκους, οι δαπάνες για φόρους, οι εξαγορές και οι απαιτήσεις σε κεφαλαιουχικές δαπάνες.
Περαιτέρω πληροφορίες για την πολιτική διαχείρισης κινδύνου υπάρχουν στην πρόσφατη Ετήσια Εκθεση (διατίθεται και σε φόρμα 20F στα Αγγλικά).
Αρχή σελίδας